Συναντιούνται 2 φίλοι από τα παλιά στον δρόμο.


Αγκαλιές, φιλιά, χαρές, που είσαι τι κάνεις κτλ… Λέει ο πρώτος:
- Ρε φίλε, θες να πάμε σπίτι να γνωρίσεις και την οικογένεια μου, έχουμε χαθεί εντελώς!
- Ναι ρε του λέει…πάμε!
Όταν έφτασαν στο σπίτι, άνοιξαν την πόρτα και είδαν την γυναίκα του χύμα στον καναπέ, το σπίτι χάλια…
- Ήρθες, ρε νούμερο; Τί ώρα είναι αυτή; Έφερες ρε και το φίλο σου; Εγώ δε μαγείρεψα, οπότε πάρτε δρόμο και αλλού… και σύντομα!
Μπαίνει ο γιος στο σαλόνι.
- Γεια σου γέρο!
Μπαίνει η πεθερά.
- Ήρθες, ρε μαλάκα; Γιατί δεν πας στο καλό, να αφήσεις το κοριτσάκι μου ήσυχο ρε;
- Ρε φίλε, του λέει ο άλλος, δεν πάμε στο δικό μου σπίτι; Εδώ τα πράγματα είναι λίγο άγρια…
- Να πάτε στον αγύριστο! φωνάζει η πεθερά.
Μόλις έφτασαν στο σπίτι του άλλου, είδαν την γυναίκα του να μαγειρεύει ενώ τα πάντα ήταν στην εντέλεια.
- Ήρθες, αντρούλη μου; Έφερες βλέπω και τον φίλο σου! Μπράβο, καλά έκανες, αγάπη μου! Θα σας ετοιμάσω να φάτε
- Γεια σου μπαμπάκα, του λέει η κόρη του σε στάση προσοχής.
- Γαμπρούλη μου, καλωσόρισες! Το φαγητό είναι έτοιμο, ωραίο και ζεστό… ακούγεται η πεθερά από το καθιστικό!
- Ρε φίλε, πώς τους καταφέρνεις όλους και σου φέρονται έτσι;
- Να, είναι απλό. Όλα άρχισαν από τη γάτα που είχαμε. Μια μέρα την είδα να κοιμάται στο κρεβάτι μου, νευριάζω και της δείχνω μία κίτρινη κάρτα. Μια άλλη φορά έριξε μια γλάστρα, της δείχνω άλλη μία κίτρινη. Ως τώρα είχε δύο κίτρινες. Εχτές την είδα να γρατσουνάει τον καναπέ, της δείχνω την τρίτη κίτρινη και τραβάω αυτομάτως το περίστροφο και την καθαρίζω. Ε… όλοι αυτοί που βλέπεις εδώ μέσα… έχουν ήδη από 2 κίτρινες κάρτες!

Δυο κεκέδες τσακώνονταν ποιος από τους δυο μιλάει πιο γρήγορα.


Αποφάσισαν λοιπόν να τρέξουν μέχρι το απέναντι σουβλατζίδικο και όποιος επέστρεφε πιο γρήγορα με το σουβλάκι θα ήταν ο νικητής.
Κρατάει χρονόμετρο ο ένας και ξεκινάει ο άλλος, φτάνει στον ψήστη και του λέει:
Ένα κα-κα-κα-κα-λα-λα-λα-μάκι!
Αμέσως, του λέει ο τύπος και του δίνει το καλαμάκι.
Παίρνει το καλαμάκι, πληρώνει γρήγορα, γυρίζει τρέχοντας σε 2 λεπτά και 43 δευτερόλεπτα.
Φεύγει ο δεύτερος πατητός, φτάνει στο σουβλατζίδικο.
Μια πι-πι-πι-πίτα γύ-γύ-ρο!
Με απ’ όλα; Τον ρωτάει ο ψήστης.
Μα-μα-μα-μα-μα-μα-μα-μα-μας τσάκισες….!!!

Μια φορά μια καλόγρια, που είχε πάει στην πόλη


έχασε το τελευταίο λεωφορείο για το μοναστήρι και μη έχοντας άλλη επιλογή κάνει ωτοστόπ. Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Για το μοναστήρι, αδελφή, έμπα να σε πάω, με βγάζει ο δρόμος μου.
Μπαίνει, λοιπόν και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, ωραία ντυμένη, με ακριβά κοσμήματα και όλα τα συναφή. Περίεργη καθώς ήταν η καλόγρια τη ρωτάει:

- Δεσποινίς μου, υποθέτω ότι αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε θα σας κόστισε ακριβούτσικα.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια βουβάθηκε και κάνει να γυρίσει από την άλλη και να σου βλέπει μια φανταστική γούνα:
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, θα σας κόστισε, φαντάζομαι.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Ενώ είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά, έφθασαν στο μοναστήρι. Πριν κατέβει, η καλόγρια κάνει άλλη μια ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με άλλη μια φορά για την αδιακρισία μου, αλλά θα είχα την περιέργεια να μάθω αν αυτή η Mercedes σας κόστισε πολύ.
- Μπα, ίσα-ίσα μια εβδομάδα ερωτικών βραδιών.
Η καλόγρια ευχαρίστησε την ευγενική κοπέλα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και πάει και κλείνεται στο κελί της. Κάποια στιγμή ακούει να της χτυπάνε την πόρτα.
- Ποιος είναι;
- Άνοιξε αδελφή Μαρία, ο πατήρ Ευάγγελος είμαι.
Και απαντάει η καλόγρια:


- Πατήρ Ευάγγελε, δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου με γεύση μέντας;

Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα των ζώων! χρόνια πολλά:


Σε όσους κοιμούνται σαν βόδια!
Σε όσους τρώνε σαν γουρούνια!
Σε όσους δουλεύουν σαν σκυλιά!
Σε όσους ψηφίζουν σαν πρόβατα!
Σε όσους σέρνονται σαν φίδια!
Στα μοσχάρια που δεν κατάλαβαν πόσο τα αγαπάμε!
Στα γαϊδούρια που δεν εκτίμησαν πότε τίποτα..
και βέβαια δεν θα μπορούσε να ξεχάσουμε την Πάολα! Χρόνια Πολλά Πάολα! !
Και του χρόνου να είστε καλά!

Ένας μαύρος περπατά κάπου στη Ν. Αφρική και ξαφνικά βλέπει ένα πορτοφόλι.



Το ανοίγει και βλέπει μέσα $200.000 και ένα διαβατήριο. Το διαβατήριο είχε όνομα Leonardo Di Caprio. Ο μαυρούκος όμως δεν τον ήξερε και έτσι δεν καταλάβαινε τίποτα…

«Ωραία!!!» σκέφτεται. Επιτέλους θα την κάνω από αυτή την κωλοχώρα… Θα πάω στην Ευρώπη! Θα κάνω μια καλύτερη ζωή! Πάει λοιπόν στο αεροδρόμιο της Ν. Αφρικής και βγάζει εισιτήριο για Αθήνα. Περνά τον έλεγχο επιβατών. Άνετος. Δεν του είπε κανείς τίποτα. Ποιος τον ήξερε άλλωστε το Leonardo Di Caprio…
Φτάνει στην Αθήνα και πάει στον έλεγχο επιβατών. Εκεί λοιπόν είναι ελεγκτές ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας. Ο Κωστίκας ανοίγει τις αποσκευές του επιβάτη και ο Γιωρίκας ελέγχει το διαβατήριό του. Κοιτάζει λοιπόν ο Γιωρίκας το όνομα «Leonardo Di Caprio», κοιτάζει τον επιβάτη μαύρος, κατάμαυρος!!!
Γυρνά λοιπόν και λέει στον Κωστίκα :
- Ρε Κωστίκα, να σε ρωτήσω κάτι;
- Τι θες ρε;
- Ρε συ; Ο Τιτανικός βυθίστηκε ή κάηκε;

Είναι τώρα μια γιαγιάκα και πάει να περάσει το δρόμο…


Ξαφνικα πετάγονται δυο αλήτες μαλλιάδες και της αρπάζουν την τσάντα.
Η γιαγιά όμως δεν την αφήνει την τσάντα και έτσι την βαράνε και την σέρνουνε στο δρόμο για κανα πεντάρι μέτρα…
Τελικά την αφήνει και οι αλήτες φεύγουν με την τσάντα…
Ξαφνικά δέκα μέτρα πιο κάτω πετάγεται ένα χελωνονιντζάκι, τους αρχίζει στο κυνήγι, τους φτάνει, τους δέρνει και επιστρέφει στη γιαγιά με την τσάντα της…
Την σηκώνει ,την ξεσκονίζει , την περνάει και απέναντι στο δρόμο…
Του λέει η γιαγιά:
- Nα σαι καλά παιδί μου, με έσωσες. Πως σε λένε γιε μου?
- Χελωνονιντζάκι γιαγιάκα , απαντάει.
-Αχ,τέτοιους παλήκαρους βγάζει η Κρήτη!!

Στη μέση της σχολικής περιόδου ένας πατέρας αποφασίζει να πάει στο γυμνάσιο να ρωτήσει για την πρόοδο του γιου του.


Πρώτα βρίσκει τον
καθηγητή των μαθηματικών.
- Ποιος? ο Τσακμακίδης? του λέει ο καθηγητής – Χάλια αδιόρθωτα. Δευτέρα
γυμνασίου και ακόμη δεν ξέρει πόσο κάνουν ένα και ένα. Απελπισμένος ο
πατέρας, ρωτάει τον καθηγητή της γεωγραφίας.
- Λυπάμαι κύριε, του λέει και αυτός, αλλά ο γιος σας είναι εντελώς
ανεπίδεκτος μαθήσεως. Για να καταλάβετε δεν ξέρει ποια είναι η
πρωτεύουσα της Ελλάδας. Καταστενοχωρημένος ο πατέρας, επιστρέφει στο
σπίτι και μόλις γυρίζει ο γιος του, του λέει:
- Έλα εδώ παιδί μου. Πόσο κάνουν ένα και ένα?
- Τρία, απαντάει αυτός
- Και ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας?
- Η Λάρισα!
- Και αφού τα ξέρεις ρε βλάκα, γιατί δεν τα λες και στο σχολείο?!!!!!!!

Μπαίνει μια κατά λάθος στην τουαλέτα, κλείνει την πόρτα απότομα:


"συγνώμη, δεν είδα τίποτα".
Τι τίποτα μωρή!
Ξαναμπες και κοιτά καλύτερα!

Ένας ταχυδακτυλουργός δούλευε σε ένα κρουαζιερόπλοιο που ταξίδευε στον Ειρηνικό.


Το κοινό του άλλαζε κάθε βδομάδα, οπότε ο μάγος έκανε συνέχεια τα ίδια κόλπα.
Το μόνο πρόβλημα ήταν ο παπαγάλος του πλοίαρχου, ο οποίος είχε μάθει όλα τα κόλπα, και στην μέση του σώου φώναζε:
-Κοιτάξτε, έχει κι άλλο καπέλο! Γιατί τα τραπουλόχαρτα είναι όλα άσοι μπαστούνι; και διάφορα άλλα...
Ο ταχυδακτυλουργός είχε εξοργιστεί, αλλά και ο παπαγάλος ανήκε στον καπετάνιο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.
Μία μέρα το πλοίο βυθίζεται και οι μόνοι που σώθηκαν ήταν ο παπαγάλος και ο ταχυδακτυλουργός που σκαρφάλωσαν σε μία σανίδα.
Οι δυό τους κοιτάζονταν με μίσος για 8 μέρες. Την ένατη μέρα ο παπαγάλος δεν άντεξε και φωνάζει:
- ΟΚ, παραδίνομαι! Που στο καλό έκρυψες το πλοίο;;;

Στην Αρχαία Κίνα ζούσε η μικρή ΜΟΥ ΝΙ.


Η μάνα της ήταν πολύ καταπιεστική.
Κάθε φορά που ερχόταν ο δάσκαλος της καλλιγραφίας η μικρή ΜΟΥ ΝΙ έφευγε και η μάνα της φώναζε από το παράθυρο:
ΜΟΥ ΝΙ Καλλιγραφία!
Επίσης δεν την άφηνε ποτέ να βγει χωρίς καπέλο γι” αυτό και κάθε φορά που η μικρή ήταν να φύγει της φώναζε:
ΜΟΥ ΝΙ, καπέλο!
Μεγαλώνοντας έγινε η 1η γυναίκα οδηγός ρυμουλκού πλοίων, με συνέπεια κάθε φορά που κάποιος ρωτούσε που είναι η ΜΟΥ ΝΙ, να του απαντούν ότι σέρνει καράβι …

Ο Πούτσος (427 π.Χ.–347 π.Χ.)
ήταν αρχαίος Έλληνας ανθοπώλης από την Αθήνα, ο οποίος έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία για την ομορφιά, την γοητεία και το ευγενές του χαρακτήρος του.
Από εκεί απορρέει το ρητό: «Στον πούτσο μου λουλούδια».
Παρόλο που υπήρξε φτωχός, ο Πούτσος ήταν ο πιο περιζήτητος γαμπρός της αρχαίας Αθήνας και όλοι οι πατεράδες προόριζαν τις ομορφότερες κόρες τους για τον Πούτσο.
Εξού και η φράση: «Το κορίτσι αυτό είναι για τον Πούτσο».
Όσο μεγάλωνε ο Πούτσος, οι γυναίκες τον λάτρευαν ακόμα περισσότερο.
Όταν περπατούσε στο δρόμο, υπήρχαν ασυγκράτητες γυναίκες που τον φιλούσαν παντού, τον έγλυφαν, τον μύριζαν, τον χάιδευαν και τον έφτυναν. Όλες αυτές ήταν για τον Πούτσο.
Πραγματικά ήταν αδύνατο να βγάλει κανείς τον Πούτσο από το μυαλό μιας γυναίκας.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πούτσος τα πέρασε στην Καβάλα, εξοστρακισμένος από το καθεστώς των Τριάκοντα.
Οι Αθηναίες όμως δεν μπορούσαν να το ξεχάσουν και του έστελναν συνεχώς ερωτικά γράμματα. Όταν τα έδιναν στον ταχυδρόμο έλεγαν «Αυτό είναι για τον Πούτσο, Καβάλα».
Από εκεί βγήκε και η έκφραση που χρησιμοποιείται ως τις μέρες μας.
Ο Πούτσος πέθανε το 347 π. Χ. σε ηλικία 80 χρόνων, κατά τη διάρκεια οργίων .
69 παρθένες κλαίγανε για μέρες πάνω από τον τάφο του, κι από τότε κυκλοφορεί η φράση «Τον Πούτσο κλαίγανε».
Για την συντετριμμένη γυναίκα του, Πούτσα, γράφτηκε τότε το μοιρολόι «Πούτσα μου πώς κατάντησες».
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αγιοποιήθηκε !!!. Έμεινε γνωστός ως Άη Πούτσος, η μνήμη του οποίου τιμάται με την κινητή εορτή του Άη Πούτσου ανήμερα.
Λένε πως τα λείψανά του φυλάσσονται σε κάποιο μοναστήρι , και ανήμερα της γιορτής διεξάγεται πανηγύρι (γνωστό ως μουνοπανήγυρις).
Φήμες τον θέλουν να είναι ο μόνος που σηκώνεται στο άκουσμα του «Εγέρθουτου».