- Χιούστον, έχουμε πρόβλημα!
> Τι πρόβλημα;
- Α, δεν ξέρεις;
> Όχι, τι πρόβλημα αντιμετωπίζετε;
- Τίποτα, άστο…
> Πως τίποτα; Είπατε ότι έχετε πρόβλημα!
- Άστο σου λέω, τίποτα…
> Προσπαθώ να καταλάβω ποιο είναι το πρόβλημα!
- Θα έπρεπε το έχετε καταλάβει, αλλά άμα είναι κανείς αναίσθητος τι περιμένεις;…
> Θα μας πεις ποιό είναι το πρόβλημα;;;!!! Μην παίζεις με αυτά!!!
- Να σου πω… άμα έχεις νεύρα δεν φταίω εγώ! Κανονικά εγώ θα έπρεπε να είμαι νευριασμένη…
> Για τελευταία φορά… έχετε ή δεν έχετε πρόβλημα;;;!!!!
- Όχι!
> Οk λοιπόν… οk… δεν εχετε πρόβλημα… αν παρουσιαστεί κάτι να μας ενημερώσετε…
- Α, έτσι;;; Πετάμε ένα “αν παρουσιαστεί κάτι” και την κάνουμε; Δεν σας νοιάζει;;!!
> ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ;;;;!!!! ΚΑΙ ΑΝ ΝΑΙ ΠΟΙΟ;;;;!!!!!
- … (αρχίζει να κλαίει)….μην μου φωνάζετε σας παρακαλώ… τα δίνω όλα εδώ πάνω και περιμένω λίγη κατανόηση…. αυτό μόνο…. λίγη κατανόηση…
> …ok…ok… καταλαβαίνουμε…. είσαστε στρεσαρισμένη για κάποιο λόγο, ζητoύμε συγνώμη… πάμε πάλι ήρεμα… έχετε κάποιο πρόβλημα στην αποστολή;
- ….
> Παρακαλώ απάντηστε μας… αντιμετωπίζετε κάποιο πρόβλημα;
- Με κούρασε αυτή η συζήτηση… δεν βγάζει πουθενά και με έχει πιάσει και τρομερός πονοκέφαλος… γεια σου!!!
>…ναι;
-….
>…λαμβάνεις; ναι;
-….[τέλος επικοινωνίας]
Ένας οδηγός βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητό του, σε ένα τεράστιο μποτιλιάρισμα σε αυτοκινητόδρομο για Αθήνα.
Δεν κινείται τίποτα. Ξαφνικά, ένας άνδρας του χτυπάει το τζάμι. Ο οδηγός κατεβάζει το παράθυρο:
- Τι συμβαίνει;
- Τρομοκράτες απήγαγαν τον Πρωθυπουργό Παπανδρέου και ζητούν 10 εκατομμύρια ευρώ για λύτρα, αλλιώς θα τον λούσουν με βενζίνη και θα τον κάψουν ζωντανό. Πηγαίνουμε από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο και μαζεύουμε από τους οδηγούς ό,τι μπορεί να δώσει ο... καθένας. Ο οδηγός ρωτάει:
Τι δίνει περίπου ο κάθε οδηγός;
- Γύρω στο ένα λίτρο!!!!!!!!!!
- Τι συμβαίνει;
- Τρομοκράτες απήγαγαν τον Πρωθυπουργό Παπανδρέου και ζητούν 10 εκατομμύρια ευρώ για λύτρα, αλλιώς θα τον λούσουν με βενζίνη και θα τον κάψουν ζωντανό. Πηγαίνουμε από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο και μαζεύουμε από τους οδηγούς ό,τι μπορεί να δώσει ο... καθένας. Ο οδηγός ρωτάει:
Τι δίνει περίπου ο κάθε οδηγός;
- Γύρω στο ένα λίτρο!!!!!!!!!!
Ο τύπος μπαίνει στο γραφείο του ωτορινολαρυγγολόγου και αρχίζει να… γδύνεται.
«Κύριέ μου», του λέει ο ωριλά, «λάθος έχετε κάνει. Ο αφροδισιολόγος είναι ακριβώς δίπλα».
Απτόητος ο κύριος, συνεχίζει.
«Σας παρακαλώ», λέει ο γιατρός, «εγώ είμαι για τα αυτιά, τη μύτη, τέτοια πράγματα. Δίπλα ακριβώς είναι ο αφροδισιολόγος!».
Τίποτε ο άλλος. Όχι μόνο γδύνεται, αλλά… του δείχνει και το μόριο του το οποίο είναι και σε μαύρο χάλι. Γεμάτο αίματα, πύων, πρησμένο, μια αηδία σκέτη.
«Μα … σταμάτα», του λέει ο κύριος. «Ξέρω γιατί έχω έρθει».
«Γιατί;» ψελλίζει ο γιατρός.
«Άκου», του λέει ο κύριος. «Είμαι εργένης…». «Μαζί με άλλους επτά εργένηδες», συνεχίζει ο κύριος, τρώμε μια φορά τη βδομάδα μαζί και μετά παίζουμε ένα παιχνίδι…».
«Παιχνίδι; Τι παιχνίδι;».
«Να, σηκωνόμαστε γύρω από το τραπέζι, ακουμπάμε τα μόρια μας επάνω, κλείνουμε τα μάτια μας και με το δεξί του χέρι ο καθένας κρατάμε το παπούτσι
μας…».
Ο γιατρός έχει αρχίζει να τα … παίζει.
«Και λοιπόν;» ρωτάει.
«Ε, ο πρώτος που λέει “ψιτ’», συνεχίζει ο κύριος, «κοπανάει με το παπούτσι του το μόριο του διπλανού του».
Έξαλλος ο γιατρός, ρωτάει, λοιπόν:
«Ε, και τι μπορώ να κάνω εγώ;».
Και ο κύριος απαντά:
«Να, αυτό το γ,,,,,** το “ψιτ” δεν ακούω γιατρέ μου…».
Απτόητος ο κύριος, συνεχίζει.
«Σας παρακαλώ», λέει ο γιατρός, «εγώ είμαι για τα αυτιά, τη μύτη, τέτοια πράγματα. Δίπλα ακριβώς είναι ο αφροδισιολόγος!».
Τίποτε ο άλλος. Όχι μόνο γδύνεται, αλλά… του δείχνει και το μόριο του το οποίο είναι και σε μαύρο χάλι. Γεμάτο αίματα, πύων, πρησμένο, μια αηδία σκέτη.
«Μα … σταμάτα», του λέει ο κύριος. «Ξέρω γιατί έχω έρθει».
«Γιατί;» ψελλίζει ο γιατρός.
«Άκου», του λέει ο κύριος. «Είμαι εργένης…». «Μαζί με άλλους επτά εργένηδες», συνεχίζει ο κύριος, τρώμε μια φορά τη βδομάδα μαζί και μετά παίζουμε ένα παιχνίδι…».
«Παιχνίδι; Τι παιχνίδι;».
«Να, σηκωνόμαστε γύρω από το τραπέζι, ακουμπάμε τα μόρια μας επάνω, κλείνουμε τα μάτια μας και με το δεξί του χέρι ο καθένας κρατάμε το παπούτσι
μας…».
Ο γιατρός έχει αρχίζει να τα … παίζει.
«Και λοιπόν;» ρωτάει.
«Ε, ο πρώτος που λέει “ψιτ’», συνεχίζει ο κύριος, «κοπανάει με το παπούτσι του το μόριο του διπλανού του».
Έξαλλος ο γιατρός, ρωτάει, λοιπόν:
«Ε, και τι μπορώ να κάνω εγώ;».
Και ο κύριος απαντά:
«Να, αυτό το γ,,,,,** το “ψιτ” δεν ακούω γιατρέ μου…».
Ο πατέρας, της γενιάς του Πολυτεχνείου, κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού του μαζί με τον 10χρονο γιο του
και το νεώτερο βλαστάρι της οικογένειας, ένα μωρό 1 έτους.
Κάποια στιγμή αποφασίζει να εξηγήσει στον «μεγάλο» τι σημαίνουν όλα όσα ακούγονται για τις κοινωνικές τάξεις, την αντιπαλότητά τους και τον ρόλο της εξουσίας στη ζωή μας.
- Κοίτα παιδί μου , του λέει, η κοινωνία είναι όπως η οικογένεια. Στην δική μας οικογένεια για παράδειγμα, εγώ είμαι το κεφάλαιο. Αυτός δηλαδή που κερδίζει και φέρνει τα χρήματα. Η μητέρα σου είναι η κυβέρνηση, αυτή αποφασίζει που και πώς θα τα ξοδέψουμε. Η υπηρέτρια είναι η εργατική τάξη. Εσύ παιδί μου είσαι ο λαός.
- Το μωρό πατέρα τι είναι, ρωτάει ο γιος, ο λαουτζίκος;
- Όχι παιδί μου, το μωρό είναι το μέλλον του λαού , απαντάει ο πατέρας.
Η ώρα έχει περάσει και πάνε όλοι για ύπνο.
Κάποια στιγμή, αργά τα μεσάνυχτα, το μωρό τα έχει «κάνει» και κλαίει με λυγμούς.
Κανένας δεν σηκώνεται να το ησυχάσει.
Ο γιος, σηκώνεται, χτυπάει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονέων του. Τίποτα!
Μισ” ανοίγει την πόρτα και βλέπει την μητέρα του να κοιμάται ατάραχη φορώντας ωτοασπίδες.
Ο πατέρας πουθενά.
Πηγαίνει προς την κουζίνα και από την μισάνοιχτη πόρτα βλέπει τον πατέρα του να «πηδάει» την υπηρέτρια. Φεύγει αθόρυβα και από εκεί πλήρως απογοητευμένος και επιστρέφει στο δωμάτιό του.
Το πρωί, αναφέρει στον πατέρα του το βραδινό περιστατικό με το κλάμα του μωρού.
- Να σου εξηγήσω γιε μου, λέει ο πατέρας.
- Άσε, άσε πατέρα κατάλαβα, του απαντάει ο γιος.
Κάποια στιγμή αποφασίζει να εξηγήσει στον «μεγάλο» τι σημαίνουν όλα όσα ακούγονται για τις κοινωνικές τάξεις, την αντιπαλότητά τους και τον ρόλο της εξουσίας στη ζωή μας.
- Κοίτα παιδί μου , του λέει, η κοινωνία είναι όπως η οικογένεια. Στην δική μας οικογένεια για παράδειγμα, εγώ είμαι το κεφάλαιο. Αυτός δηλαδή που κερδίζει και φέρνει τα χρήματα. Η μητέρα σου είναι η κυβέρνηση, αυτή αποφασίζει που και πώς θα τα ξοδέψουμε. Η υπηρέτρια είναι η εργατική τάξη. Εσύ παιδί μου είσαι ο λαός.
- Το μωρό πατέρα τι είναι, ρωτάει ο γιος, ο λαουτζίκος;
- Όχι παιδί μου, το μωρό είναι το μέλλον του λαού , απαντάει ο πατέρας.
Η ώρα έχει περάσει και πάνε όλοι για ύπνο.
Κάποια στιγμή, αργά τα μεσάνυχτα, το μωρό τα έχει «κάνει» και κλαίει με λυγμούς.
Κανένας δεν σηκώνεται να το ησυχάσει.
Ο γιος, σηκώνεται, χτυπάει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονέων του. Τίποτα!
Μισ” ανοίγει την πόρτα και βλέπει την μητέρα του να κοιμάται ατάραχη φορώντας ωτοασπίδες.
Ο πατέρας πουθενά.
Πηγαίνει προς την κουζίνα και από την μισάνοιχτη πόρτα βλέπει τον πατέρα του να «πηδάει» την υπηρέτρια. Φεύγει αθόρυβα και από εκεί πλήρως απογοητευμένος και επιστρέφει στο δωμάτιό του.
Το πρωί, αναφέρει στον πατέρα του το βραδινό περιστατικό με το κλάμα του μωρού.
- Να σου εξηγήσω γιε μου, λέει ο πατέρας.
- Άσε, άσε πατέρα κατάλαβα, του απαντάει ο γιος.
Τα σημεία της στίξεως (παλιό αλλά καλό!)
Την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην Κρήτη, ένας επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ανέβαινε με ένα μουλάρι σ' ένα ορεινό και δύσβατο χωριό, για να επιθεωρήσει τον δάσκαλο του (μονοθέσιου βεβαίως) σχολείου.
Στον δρόμο που πήγαινε συναντά έναν αγωγιάτη και τον ρωτά:
-Δε μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; Βενιζελικός ή Βασιλικός;
-Βενιζελικός, απαντά ο αγωγιάτης.
-Α, το γαϊδούρι! σχολίασε ο επιθεωρητής.
Ο αγωγιάτης όμως ήταν και αυτός Βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στο δάσκαλο τη στιχομυθία:
- Το και το, δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι.
Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά τον δάσκαλο, ποιο είναι το μάθημα της ημέρας.
- Τα σημεία της στίξεως, απαντά ο δάσκαλος.
- Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά, λέει ο επιθεωρητής.
Ο δάσκαλος σήκωσε έναν μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει τη φράση: «Ο επιθεωρητής είπε, ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι».
Αφού, έκπληκτος ο μαθητής, το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;
- Ο δάσκαλος, ψέλλισε ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο επιθεωρητής, κύριε, απάντησε ο Σήφης.
- Ωραία, είπε ο δάσκαλος. Γράψε τώρα την ίδια φράση με δύο κόμματα και με άλλη σειρά: «Ο επιθεωρητής, είπε ο δάσκαλος, είναι γαϊδούρι».
Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι τώρα, παιδί μου, το γαϊδούρι;
- Ο επιθεωρητής, απαντά δειλά ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο δάσκαλος, απαντά ο Σήφης.
Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει:
- Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα;
Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή και πότε το δάσκαλο!
Στις μέρες μας, ο Σήφης, υπεραιωνόβιος παππούς πλέον, καθισμένος στην πολυθρόνα του μπροστά στη τηλεόραση άκουσε για νέες μειώσεις στις συντάξεις και είπε:
- Όταν ήμουν μαθητής, άκουγα κάθε τόσο τον δάσκαλο να μας λέει:
Παιδιά μου, να προσέχετε τα κόμματα!Ένα λάθος κόμμα, μπορεί να σας χαλάσει τελείως τη σύνταξη! Έπρεπε να περάσουν ενενήντα χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε ο δάσκαλος..
Στον δρόμο που πήγαινε συναντά έναν αγωγιάτη και τον ρωτά:
-Δε μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; Βενιζελικός ή Βασιλικός;
-Βενιζελικός, απαντά ο αγωγιάτης.
-Α, το γαϊδούρι! σχολίασε ο επιθεωρητής.
Ο αγωγιάτης όμως ήταν και αυτός Βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στο δάσκαλο τη στιχομυθία:
- Το και το, δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι.
Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά τον δάσκαλο, ποιο είναι το μάθημα της ημέρας.
- Τα σημεία της στίξεως, απαντά ο δάσκαλος.
- Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά, λέει ο επιθεωρητής.
Ο δάσκαλος σήκωσε έναν μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει τη φράση: «Ο επιθεωρητής είπε, ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι».
Αφού, έκπληκτος ο μαθητής, το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;
- Ο δάσκαλος, ψέλλισε ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο επιθεωρητής, κύριε, απάντησε ο Σήφης.
- Ωραία, είπε ο δάσκαλος. Γράψε τώρα την ίδια φράση με δύο κόμματα και με άλλη σειρά: «Ο επιθεωρητής, είπε ο δάσκαλος, είναι γαϊδούρι».
Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι τώρα, παιδί μου, το γαϊδούρι;
- Ο επιθεωρητής, απαντά δειλά ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο δάσκαλος, απαντά ο Σήφης.
Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει:
- Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα;
Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή και πότε το δάσκαλο!
Στις μέρες μας, ο Σήφης, υπεραιωνόβιος παππούς πλέον, καθισμένος στην πολυθρόνα του μπροστά στη τηλεόραση άκουσε για νέες μειώσεις στις συντάξεις και είπε:
- Όταν ήμουν μαθητής, άκουγα κάθε τόσο τον δάσκαλο να μας λέει:
Παιδιά μου, να προσέχετε τα κόμματα!Ένα λάθος κόμμα, μπορεί να σας χαλάσει τελείως τη σύνταξη! Έπρεπε να περάσουν ενενήντα χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε ο δάσκαλος..
Είναι ένας πελαργός και κουβαλάει ένα γέροντα 80 χρονών..
Κάποια στιγμή γυρνάει ο γέροντας και λέει στον πελαργό:
«Έλα μαλάκα, παραδέξου ότι χαθήκαμε».
«Έλα μαλάκα, παραδέξου ότι χαθήκαμε».
Πάει μια ξανθιά σε ένα ζαχαροπλαστείο.
Βλέπει ένα γλυκό και ρωτά τον ζαχαροπλάστη:
- Τι είναι αυτό;
- Αυτό είναι τουλούμπα
ΟΚ, λέει η ξανθιά και σηκώνεται και φεύγει. Ύστερα από λίγο γυρίζει πάλι και λέει στο ζαχαροπλάστη:
- Να σας πω… εάν δεν έρθει ο… Λούμπας, να το αγοράσω εγώ;
- Τι είναι αυτό;
- Αυτό είναι τουλούμπα
ΟΚ, λέει η ξανθιά και σηκώνεται και φεύγει. Ύστερα από λίγο γυρίζει πάλι και λέει στο ζαχαροπλάστη:
- Να σας πω… εάν δεν έρθει ο… Λούμπας, να το αγοράσω εγώ;
Γιατρέ, παραπονιέται ο Γιάννης, δεν ξέρω τι να κάνω,
εδώ και ένα μήνα βλέπω κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Μόλις με παίρνει ο ύπνος ονειρεύομαι ότι οδηγώ μια νταλίκα από Αθήνα μέχρι Ορεστιάδα. Ταξιδεύω όλη νύχτα! Ξυπνάω το πρωί και είμαι κατάκοπος, δεν τολμώ να κοιμηθώ!
Του είπε τότε λοιπόν ο γιατρός:
- "Θα παίρνεις τα φάρμακα που σου γράφω, το πρόβλημα σου βέβαια δε θα λυθεί τελείως. Όμως θα οδηγείς πλέον μόνο μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Θα εμφανίζομαι εγώ στο όνειρο σου και θα οδηγώ τη νταλίκα μέχρι Ορεστιάδα."
Έτσι και έγινε. Μετά από καιρό Ο Γιάννης συναντά ένα φίλο του που είχε ένα παρόμοιο πρόβλημα. Εδώ και ένα μήνα, λέει, βλέπω κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Μόλις με παίρνει ο ύπνος έρχονται η μις Ελλάς και η μις Κόσμος. Μέχρι να ικανοποιήσω τη μια μου την πέφτει η άλλη. Όλη τη νύχτα γίνεται αυτή η δουλειά. Ξυπνάω το πρωί και είμαι ένα ζωντανό πτώμα. Βρίσκομαι στα όρια της ολικής κατάρρευσης.
Στέλνει λοιπόν ο Γιάννης το φίλο μας στον ίδιο γιατρό και μετά από δυο εβδομάδες ξανασυνάντιουνται.
- "Τι έγινε εντάξει;"
- "Εε. . Σχεδόν εντάξει."
- "Δηλαδή;"
- "Μου έδωσε κάτι φάρμακα και μόλις μου την πέφτουν οι γυναίκες, μετά τον πρώτο γύρο, έρχεται στον ύπνο μου ο γιατρός και τις αναλαμβάνει πλέον αυτός."
- "Ωραία τυχεράκια και απολαμβάνεις και κοιμάσαι!"
- "Ναι. Μόλις όμως πάρει τις γυναίκες μου δίνει μια νταλίκα και την πάω κάθε βράδυ Θεσσαλονίκη - Ορεστιάδα!"
Του είπε τότε λοιπόν ο γιατρός:
- "Θα παίρνεις τα φάρμακα που σου γράφω, το πρόβλημα σου βέβαια δε θα λυθεί τελείως. Όμως θα οδηγείς πλέον μόνο μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Θα εμφανίζομαι εγώ στο όνειρο σου και θα οδηγώ τη νταλίκα μέχρι Ορεστιάδα."
Έτσι και έγινε. Μετά από καιρό Ο Γιάννης συναντά ένα φίλο του που είχε ένα παρόμοιο πρόβλημα. Εδώ και ένα μήνα, λέει, βλέπω κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο. Μόλις με παίρνει ο ύπνος έρχονται η μις Ελλάς και η μις Κόσμος. Μέχρι να ικανοποιήσω τη μια μου την πέφτει η άλλη. Όλη τη νύχτα γίνεται αυτή η δουλειά. Ξυπνάω το πρωί και είμαι ένα ζωντανό πτώμα. Βρίσκομαι στα όρια της ολικής κατάρρευσης.
Στέλνει λοιπόν ο Γιάννης το φίλο μας στον ίδιο γιατρό και μετά από δυο εβδομάδες ξανασυνάντιουνται.
- "Τι έγινε εντάξει;"
- "Εε. . Σχεδόν εντάξει."
- "Δηλαδή;"
- "Μου έδωσε κάτι φάρμακα και μόλις μου την πέφτουν οι γυναίκες, μετά τον πρώτο γύρο, έρχεται στον ύπνο μου ο γιατρός και τις αναλαμβάνει πλέον αυτός."
- "Ωραία τυχεράκια και απολαμβάνεις και κοιμάσαι!"
- "Ναι. Μόλις όμως πάρει τις γυναίκες μου δίνει μια νταλίκα και την πάω κάθε βράδυ Θεσσαλονίκη - Ορεστιάδα!"
Άντρας:
1. Παρκάρει και πάει στο ATM
2. Τοποθετεί την κάρτα
3. Πληκτρολογεί το PIN
4. Παίρνει τα μετρητά, την κάρτα και την απόδειξη
5. Φεύγει
Γυναίκα:
1. Φτάνει κοντά στο ATM
2. Θέλει να πάει πιο κοντά, βάζει όπισθεν, πάει πολύ πίσω, έτσι πάει πάλι μπροστά
3. Σβήνει τη μηχανή
4. Βάζει τα κλειδιά στην τσάντα της
5. Κάθεται λίγο στο αμάξι, κοιτάει τον εαυτό της στο καθρέφτη και βγαίνει
6. Ψάχνει την κάρτα στο πορτοφόλι της
7. Τοποθετεί την κάρτα
8. Ψαχουλεύει την τσάντα της για βρεί το σκονάκι που έχει γραμμένο το PIN
9. Εισάγει το PIN
10. Διαβάζει τις οδηγίες χρήσης
11. Πατάει ακύρωση
12. Εισάγει ξανά το PIN
13. Ελέγχει το υπόλοιπο
14. Σκέφτεται .. "που πήγαν τα λέφτα ? Νόμιζα είχα παραπάνω"
15. Κάνει ανάληψη
16. Παίρνει τα χρήματα
17. Παίρνει την απόδειξη και φεύγει
18. Μπαίνει στο αμάξι
19. Ελέγχει το μακιγιάζ
20. Ψάχνει τα κλειδιά
21. Ανάβει το αμάξι
22. Ελέγχει πάλι το μακιγιάζ
23. Φεύγει μακριά
24. Σταματάει
25. Επιστρέφει στο ΑΤΜ
26. Βγαίνει από το αμάξι και πάει παίρνει τη κάρτα
27. Μπαίνει στο αμάξι και βάζει τη κάρτα στο πορτοφόλι
28. Ελέγχει το makeup29. Ξεκινάει το αμάξι και φεύγει
30. Οδηγεί για 3 χιλιόμετρα
31. Βγάζει χειρόφρενο...
2. Τοποθετεί την κάρτα
3. Πληκτρολογεί το PIN
4. Παίρνει τα μετρητά, την κάρτα και την απόδειξη
5. Φεύγει
Γυναίκα:
1. Φτάνει κοντά στο ATM
2. Θέλει να πάει πιο κοντά, βάζει όπισθεν, πάει πολύ πίσω, έτσι πάει πάλι μπροστά
3. Σβήνει τη μηχανή
4. Βάζει τα κλειδιά στην τσάντα της
5. Κάθεται λίγο στο αμάξι, κοιτάει τον εαυτό της στο καθρέφτη και βγαίνει
6. Ψάχνει την κάρτα στο πορτοφόλι της
7. Τοποθετεί την κάρτα
8. Ψαχουλεύει την τσάντα της για βρεί το σκονάκι που έχει γραμμένο το PIN
9. Εισάγει το PIN
10. Διαβάζει τις οδηγίες χρήσης
11. Πατάει ακύρωση
12. Εισάγει ξανά το PIN
13. Ελέγχει το υπόλοιπο
14. Σκέφτεται .. "που πήγαν τα λέφτα ? Νόμιζα είχα παραπάνω"
15. Κάνει ανάληψη
16. Παίρνει τα χρήματα
17. Παίρνει την απόδειξη και φεύγει
18. Μπαίνει στο αμάξι
19. Ελέγχει το μακιγιάζ
20. Ψάχνει τα κλειδιά
21. Ανάβει το αμάξι
22. Ελέγχει πάλι το μακιγιάζ
23. Φεύγει μακριά
24. Σταματάει
25. Επιστρέφει στο ΑΤΜ
26. Βγαίνει από το αμάξι και πάει παίρνει τη κάρτα
27. Μπαίνει στο αμάξι και βάζει τη κάρτα στο πορτοφόλι
28. Ελέγχει το makeup29. Ξεκινάει το αμάξι και φεύγει
30. Οδηγεί για 3 χιλιόμετρα
31. Βγάζει χειρόφρενο...
Ενας πελάτης μπαίνει στην τράπεζα και κατευθύνεται στην ταμία:
Μωρή, της λέει, άνοιξέ μου έναν λογαριασμό!
- Σας παρακαλώ πολύ, κύριε, πώς μιλάτε έτσι;
- Ελα μωρή, που σου μιλάω εγώ. Ανοιξέ μου έναν λογαριασμό, σου είπα και άσε τις φλυαρίες. Όπως γουστάρω θα σου μιλάω.
- Μα κύριε, τι τρόπος είναι αυτός; Εγώ σας μιλάω ευγενικά και
εσείς χωρίς λόγο με βρίζετε!
- Σκάσε ρε σου είπα.. Κάνε την δουλειά σου, μην σε πλακώσω εδώ μέσα.
Την φασαρία ακούει ο διευθυντής του καταστήματος και ενοχλημένος που κάποιος αναιδής πελάτης μιλάει τόσο άσχημα στην ευγενική υπάλληλο της τράπεζας εξοργίζεται. Πλησιάζει στο
σημείο της φασαρίας και λέει στον πελάτη:
- Κύριε, τι συμβαίνει εδώ; Γιατί μιλάτε έτσι; Υπάρχει πρόβλημα; Είμαι ο διευθυντής του υποκαταστήματος.
- Ε, ναι λοιπόν. Υπάρχει πρόβλημα. Εχω κερδίσει 2 εκατομμύρια ευρώ στο Joker και ήρθα να τα καταθέσω.
- Και σας κάνει νούμερα αυτή η παλιοβρώμα;
- Σας παρακαλώ πολύ, κύριε, πώς μιλάτε έτσι;
- Ελα μωρή, που σου μιλάω εγώ. Ανοιξέ μου έναν λογαριασμό, σου είπα και άσε τις φλυαρίες. Όπως γουστάρω θα σου μιλάω.
- Μα κύριε, τι τρόπος είναι αυτός; Εγώ σας μιλάω ευγενικά και
εσείς χωρίς λόγο με βρίζετε!
- Σκάσε ρε σου είπα.. Κάνε την δουλειά σου, μην σε πλακώσω εδώ μέσα.
Την φασαρία ακούει ο διευθυντής του καταστήματος και ενοχλημένος που κάποιος αναιδής πελάτης μιλάει τόσο άσχημα στην ευγενική υπάλληλο της τράπεζας εξοργίζεται. Πλησιάζει στο
σημείο της φασαρίας και λέει στον πελάτη:
- Κύριε, τι συμβαίνει εδώ; Γιατί μιλάτε έτσι; Υπάρχει πρόβλημα; Είμαι ο διευθυντής του υποκαταστήματος.
- Ε, ναι λοιπόν. Υπάρχει πρόβλημα. Εχω κερδίσει 2 εκατομμύρια ευρώ στο Joker και ήρθα να τα καταθέσω.
- Και σας κάνει νούμερα αυτή η παλιοβρώμα;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)