Εύπορη, μοναχική κυρία δημοσιεύει αγγελία ζητώντας σύντροφο:

«Κυρία σεβαστής ηλικίας με αμύθητα πλούτη (κινητά, ακίνητα, καταθέσεις κλπ) ζητά κύριο να τη συντροφέψει στο υπόλοιπο της ζωής της ο οποίος θα τηρεί τις εξής 3 προϋποθέσεις: 

1. Δε θα την εγκαταλείψει ποτέ, 2. Δε θα την χτυπήσει ποτέ, 3. Στο κρεβάτι θα είναι....ταύρος.»

Η αγγελία δημοσιεύεται, η κυρία περιμένει 1 εβδομάδα, 1 μήνα, 1εξάμηνο, 1 χρόνο... Έχει πια απελπιστεί: «Τι να τα κάνω τα πλούτη όταν δεν έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου! Θα με φάει η μαύρη μοναξιά!»

Κι ενώ η κυρία μοιρολογεί χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Η κυρία ακούει το κουδούνι και τρέχει να ανοίξει. Έκπληκτη αντικρίζει έναν κύριο σε αναπηρικό καρότσι χωρίς χέρια και πόδια.

«Γεια σας», λέει ο κύριος. «Ήρθα για την αγγελία».

Η κυρία μένει έκπληκτη αλλά προσπαθεί να φανεί ψύχραιμη.

- Δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά υπήρχαν και κάποιες προϋποθέσεις.
- Το γνωρίζω.
- Ναι, αλλά χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, εσείς δεν έχετε πόδια...
- Άρα δεν πρόκειται να φύγω ποτέ μακριά σας.
- Ε, ναι....Ίσως έχετε δίκιο αλλά και πάλι χωρίς να θέλω να σας στενοχωρήσω εσείς δεν έχετε και χέρια...
- Άρα δεν πρόκειται ποτέ να σας χτυπήσω!
-Ίσως έχετε και πάλι δίκιο αλλά δεν ξέρω αν προσέξατε ότι υπήρχε και τρίτη προϋπόθεση...
- Και πως νομίζεις ότι χτύπησα το κουδούνι;

Ελληνάρας οδηγεί στην Σαουδική Αραβία

και περνάει με κόκκινο.Ένας μπάτσος τον σταματά.
-Κύριε, περάσατε με κόκκινο.
-Ε και;;; Λέγε πόσο είναι το πρόστιμο να τελειώνουμε.
-Δεν υπάρχει πρόστιμο, κύριε. Θα πρέπει να σάς συλλάβω και να σας πάω στο αυτόφωρο. 


-Τι αυτόφωρο ρε φίλε! Κόψε την κλήση να τελειώνουμε!
Τελικά ο μπάτσος τον μπαγλαρώνει και τον πηγαίνει στο δικαστήριο, που στεγάζεται στο κτίριο των φυλακών, είναι άθλιο και τρομακτικό. Μπόλικος κόσμος περιμένει να δικαστεί, στη σειρά και ο Ελληναράς φίλος μας. 

Ο Σαουδάραβας πρόεδρος του δικαστηρίου αρχίζει:
-Τι έκανες, ρωτά τον Έλληνα.
-Πέρασα με κόκκινο, κύριε δικαστά. Κόψτε μου ένα πρόστιμο, να πληρώσω.
-Δεν έχει πρόστιμα εδώ. Χασάν, πάρε τον και πήδα τον.
-Μα τι λέτε κύριε πρόεδρε, λέει ο Έλληνας κατατρομαγμένος. Πείτε μου πόσο κάνει, να πληρώσω!
-Χασάν, πάρε τον και πήδα τον είπα. Ο επόμενος, εσύ τι έκανες ;
-Έκλεψα, κύριε δικαστά.
-Χασάν, πάρε τον και κόψε του τα χέρια.. Ο επόμενος, εσύ τι έκανες ;
-Σκότωσα, κύριε δικαστά.
-Χασάν, πάρε τον και κόψε του το κεφάλι.
Ο Χασάν, 180 κιλά , δίφυλλη ντουλάπα, καραφλός, με γυαλισμένο κεφάλι και ο ιδρώτας κάνουλα. Βουτά και τους 3 μαζί από τον λαιμό και τους σέρνει έξω από το δικαστήριο,προς τις φυλακές.
Οπότε ο Ελληναράς γυρίζει και του λέει:
-Πού σαι, Χασάν- κοίτα, μην μπερδευτούμε, ε; Εγώ είμαι για πήδημα

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων κάθεται σε μια καφετέρια και θυμάται τα νιάτα του.

- Θυμάσαι, λέει ο γέρος στην γριά, που πρώτοσυναντηθήκαμε πριν 50 χρόνια... 
σε ετούτη εδώ την καφετέρια και μόλις βγήκαμε από εδώ, σε πήγα πίσω στον φράχτη του διπλανού εργοστασίου και κάναμε sex;
- Και βέβαια το θυμάμαι, λέει η γριά.
- Ε, λοιπόν για χάρη εκείνης της μέρας, λέω να το ξανακάνουμε απόψε.
- Βεβαίως, λέει η γριά και σηκώνονται και οι δυο να βγουν από την καφετέρια.

Ένας τυπάκος που καθόταν εκεί δίπλα και άκουσε την συνομιλία, σκέφτηκε:
"Γούστο θα έχει να πάρω μάτι τα γερόντια" και τους ακολούθησε.

Βλέπει λοιπόν την γριά να σηκώνει την φούστα και να πιάνεται στον φράχτη και από πίσω ο γέρος έχοντας κατεβάσει τα παντελόνια.
Το τι ακολούθησε μετά δεν περιγράφεται. Το πιο άγριο σεξ που είχε δει ποτέ ο ματάκιας! Για 40 λεπτά, χωρίς διακοπή, το ζευγάρι τιναζόταν έξαλλα, κουνιόταν σπασμωδικά και οι δυο τους, ούρλιαζαν με τεντωμένες τις φλέβες και γουρλωμένα μάτια. Στο τέλος κατέρρευσαν και έπεσαν στο χώμα.
Ο ματάκιας έπαθε πλάκα. Ποτέ δεν είχε δει, ούτε ακούσει για τόσο παρατεταμένο και τόσο άγριο σεξ πόσο μάλλον από δυο γερόντια. "Πρέπει να μάθω το μυστικό τους" σκέφτηκε. Περίμενε να συνέλθουν και πλησίασε τον γέρο.

- Παππού, χωρίς να το θέλω είδα το σκηνικό και εντυπωσιάστηκα.
Ποιο είναι το μυστικό σου; Έτσι το έκανες και πριν πενήντα χρόνια;
- Παιδί μου, απαντά ο γέρος, πριν πενήντα χρόνια αυτός ο φράχτης δεν ήταν ηλεκτροφόρος."

Mια Ξανθιά παραγγελνει καφέ.

Η Σερβιτόρα φέρνει τον καφε.
Blonde:
- Συγνώμη, αλλά αυτός ο καφές μυρίζει όπως ένα πέος ...
Η Σερβιτόρα κοκκίνισε, άρπαξε τον καφέ και πήγε στον μπάρμαν.
- Η ξανθια είπε ότι ο καφές μυρίζει σαν πέος ...
Ο Μπάρμαν εξετασε το ποτήρι , το μύρισε και είπε:
- Πες της ξανθιας να πιει με το άλλο χέρι ...

Ρε Θανάση , εσύ πιστεύεις στη μετενσάρκωση ;

- Τι είναι μετεμψύχωση ;
- Ε αυτό που λένε ότι άμα πεθάνεις , ξαναγυρίζεις στη γη με άλλη μορφή , σαν ζώο ας πούμε ή σαν φυτό και κάτι τέτοια .. .
- Δεν το ξέρω το θέμα ...
- Τότε , θα κάνουμε μια συμφωνία . Όποιος πεθάνει πρώτος , θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τον άλλο και να του πει τι γίνεται εκεί πάνω , αν όλα αυτά είναι αλήθεια και αν ξαναγυρίζει κανείς εδώ κάτω με άλλη μορφή .
- Εντάξει φίλε , έτσι θα γίνει !
Μετά από χρόνια πεθαίνει ο Θανάσης πρώτος και ο φίλος του περιμένει να δει αν θα είναι συνεπής στη συμφωνία τους κι αν θα επιδιώξει να επικοινωνήσει μαζί του . Μήνες μετά από τη κηδεία , όπως κοιμότανε στο κρεβάτι του ακούει κάποιον να τον φωνάζει με τρομερή φωνή ...
- Ναι ;
- Έλα φιλάρα , ο Θανάσης είμαι . Δεν επικοινώνησα μαζί σου τόσο καιρό γιατί είχα πάθει υπερκόπωση ....
Ο άλλος ενθουσιάζεται που ακούει το φίλο του μετά από τόσο καιρό και αρχίζει να τον ρωτάει :
- Πώς περνάς ρε Θανασάρα , τι γίνεται εκεί πάνω ;
- Ζωή και κότα φίλε μου ...Ξυπνάω το πρωί , τρώω , μετά κάνω έρωτα , μετά ξανά τρώω , ξανακάνω έρωτα ... αυτό γίνεται από το πρωί μέχρι το βράδυ ! Όλο φαΐ και πήδημα είναι η ζωή μου ...
- Πού είσαι βρε Θανάση ; Στον Παράδεισο ;
- Ποιο Παράδεισο ρε φίλε ; Κόκορας σε ορνιθοτροφείο είμαι !

Ρε μήτσο δεν μπορώ να καταλάβω τις γυναίκες.

-Γιατί ρε Μπάμπη
-Η γυναίκα μου αγόρασε πρόστυχα εσώρουχα
και μου λέει
Για σένα τα πήρα
..........
και όταν τα φόρεσα
τσατίστηκε

Ένας τύπος αποφασίζει να δοκιμάσει την αντοχή του στην αποχή από το «κρεβάτι» κατά την περίοδο της σαρακοστής

μέχρι το Πάσχα. Το αναφέρει στην γυναίκα του και αυτή με μεγάλη της χαρά, συμφωνεί να τον συνδράμει.
Οι πρώτες μέρες δεν ήταν δύσκολες. Με το καιρό δυσκολεύουν τα πράγματα και για να τον βοηθήσει η γυναίκα του άρχισε να φοράει τα πιο αντιαισθησιακά της εσώρουχα και έτρωγε μερικές σκελίδες σκόρδο…
Στις τελευταίες πιο δύσκολες μέρες έβγαζε τον άντρα της να κοιμάται στον καναπέ και έκλεινε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
Κάποτε ήρθε και το Πάσχα. Δυνατοι ήχοι ακούστηκαν στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
ΤΟΚ!!! ΤΟΚ!!! ΤΟΚ!!!
-Μάντεψε ποιος…
-Ξέρω ποιος είναι…
-Μάντεψε τι θέλω…
-Ξέρω τι θέλεις…
-Μπορείς όμως να μαντέψεις με τι σου χτυπώ την πόρτα;;;

Η γιαγιά ζει τις τελευταίες της στιγμές και με τρεμάμενη φωνή

έει στην αγαπημένη εγγονή της: 

- Παιδάκι μου σε σένα αφήνω όλη μου τη γη, με τα σπίτια, τα ζώα, τα δέντρα και 27.000.000μετρητά, μόνο υποσχέσου μου ότι θα τα φροντίζεις κάθε μέρα .... 

- Βεβαίως γιαγιούλα μου, μα .... που είναι όλα αυτά; 

- Στο Farmville στο Facebook .... να και το password...

Είναι ένα παιδάκι με τον μπαμπά του στο αυτοκίνητο.

Ο μπαμπάς περνάει με κόκκινο και γυρνάει κάποιος από ένα αμάξι και του λέει: 
- Τι κάνεις ρε μ0υν!;; 
Παιδι: Μπαμπά, σε είπε μ0υν!. 
Μπαμπας: Τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου, Χωνί με είπε! 
Παιδι: Μπαμπά, Τι είναι Χωνί; 
Μπαμπας: Είναι ένα πράγμα που το χρησιμοποιούμε για να βάλουμε σε ένα μπουκάλι λαδί.
Παιδι: Μπαμπά, Τι είναι λαδί;
Μπαμπας: Λαδί είναι ο χυμός ενός φυτού που λέγεται ελιά.
Παιδι: Μπαμπά, τι είναι ελιά;
Μπαμπας: Ελιά είναι ένα δέντρο που φυτρώνει στη γη.
Παιδι: Μπαμπά, τι είναι γη;
Μπαμπας: Καλά, μ0υν! με είπε.

Συναντάει ο Κωστίκας τον Γιωρίκα μετά από πολύ καιρό.

- Επ, τι γίνεται Κωστίκα;λέει ο Γιωρίκας τι κάνεις; όλα καλά; καιρό έχω να σε δω.
- Άσε Κωστίκα άσε, είμαι σε απόγνωση, με έχει πιάσει κατάθλιψη και δεν ξέρω τι να κάνω. Είμαι κλεισμένος στο σπίτι 2 βδομάδες και δεν θέλω να δω άνθρωπο. λέει ο Γιωρίκας.
- Γιατί βρε παιδί μου, τι έπαθες;
- Τι να σου πω… δεν μπορώ να σταυρώσω κοπέλα. Σε όσες πάω και τα ρίχνω με διώχνουν κατευθείαν.
- Κοίτα να δεις, υποψιάζομαι ότι το πρόβλημα είναι στο λέγειν. Θα σου δώσω αυτά τα ARLEKIN να τα διαβάσεις. Θα μάθεις πολλές και καλές ατάκες. 100% επιτυχία.
Έτσι λοιπόν ο Γιωρίκας παίρνει τα ARLEKIN και πάει σπίτι του.
Μετά από 1 εβδομάδα, αφού τα έχει μάθει απ’έξω, αποφασίζει να πάει σε ένα bar.
Φτάνει λοιπόν, μπαίνει μέσα και κάθεται σε ένα τραπεζάκι. Παραγγέλνει το ποτό του, ανάβει και το τσιγαράκι του, και με στυλ και ύφος αρχίζει να ψάχνει.
Βλέπει λοιπόν μια φοβερή ΓΥΝΑΙΚΑΡΑ καλλίγραμμη, εντυπωσιακό φόρεμα, μελαχρινή, ψηλή κλπ… Αποφασίζει να τη πλησιάσει.
Παίρνει το ύφος του γόη και με πολύ αυτοπεπίθηση και τουπέ πάει δίπλα της και της λέει:
- Να σε κεράσω ένα ποτό;… είπε ο ΣΤΗΒ.