Δύο συμμαθητές συναντιούνται μετά από πολύ καιρό


Ο ένας πενθεί. Κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Tι έγινε ρε; Ποιος πέθανε;
- Η μάνα μου. Μια μέρα εκεί που καθόταν μέσα στο σπίτι ακούει φασαρία. Βγαίνει στο μπαλκόνι να δει τι γίνεται, σκύβει, γλιστράει και πέφτει...
- Κι εκεί πέθανε;
-...Όχι έχει και συνέχεια. Από κάτω περνούσε ένα τσίρκο, έπεσε πάνω στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναπετάει πάνω, πάει να πιαστεί από την πόρτα φεύγει η πόρτα ξαναπέφτει κάτω...
- Κι εκεί πέθανε;
- Όχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού, σπάνε. Ξαναπέφτει κάτω...
Κι εκεί πέθανε;
- ΄Οχι. Ξαναπέφτει στο τραμπολίνο, αυτό την ξαναστέλνει πάνω πάει να πιαστεί από τα κεραμίδια, κατεβάζει δυο σειρές κεραμίδια ξαναπέφτει κάτω, (μη με διακόψεις, δεν πέθανε εδώ), το τραμπολίνο την ξαναστέλνει πάνω κι εκεί βγαίνει ο πατέρας μου με την καραμπίνα και κουνώντας την σημαδεύει τη μάνα μου την πυροβολεί και φωνάζει:
- Μωρή θα μου το γκρεμίσεις το σπίτι!!!!!!!!!!!!

Ήταν κάποτε τρία άλογα σε μία φάρμα...



Είναι ο Ντορής, ο Ψαρής και η Ντόλ, τρία άλογα σέ μιά πολύ όμορφη και μεγάλη φάρμα.
Περνάνε καλά και ο Ντορής τα έχει με την Ντόλ. Η Ντόλ όμως ψιλογουστάρει και τον Ψαρή.
Ο Ψαρής δέν θέλει να πληγώσει τον φίλο του, αλλά μετά από τις πιέσεις της Ντολ ενδίδει στον πειρασμό και κοιμάται μαζί της.
Δεν αντέχει όμως τις τύψεις και πάει και τα ξερνάει όλα στον Ντορή.
Ο Ντορής δέν αντέχει τα κακά μαντάτα. Στο τέλος της φάρμας υπάρχει ένας μεγάλος γκρεμός. Παίρνει φόρα λοιπόν ο Ντορής και πηδάει.
Μόλις αντιλαμβάνεται το θάνατο του καλύτερού του φίλου ο Ψαρής δέν αντέχει. Παίρνει κι αυτός φόρα και βουτάει.
Μετά από λίγο σκάει μύτη η Ντόλ. Ψάχνει παντού τους φίλους της και τελικά τους βλέπει και τους δύο στο βάθος του γκρεμού.
Καταλαβαίνει... Μήν μπορώντας να αντέξει βουτάει κι αυτή.
Τότε ακούγεται μια φωνή από το βάθος του γκρεμού:
-Ποιός μ@λάκας πετάει άλογα;;!

Τα προβλήματα των γηρατειών...


Λέει ο πρώτος :
- Μου είπε προχτές η εγγονή μου να της διαβάσω ένα παραμύθι και δε μπορούσα να δω τα γράμματα με τίποτα. Εγώ που έβλεπα μύγα στο χιλιόμετρο !! Έβαλα γυαλιά , μετακίνησα το βιβλίο αλλά τίποτα. Δε βλέπω ρε παιδιά ,δε βλέπω ….
Λέει ο δεύτερος :
-Εγώ πάλι, πήγα σ’ενα φίλο μου επίσκεψη που δεν έχει ασανσέρ και για να ανέβω στον πρώτο όροφο τα έφτυσα … Εγώ που έκανα μαραθώνιο για ζέσταμα. Δεν αντέχω ρε παιδιά ,δεν αντέχω…
Λέει και ο τρίτος :
-Εγώ να δείτε τι παθαίνω!! Εχτές που είχε έρθει η Σβετλάνα να καθαρίσει ,την στρίμωξα σε μια γωνιά και πάνω που ετοιμαζόμουν να … (καταλαβαίνετε), μου λέει:
-»Σιγά κύριος Στέλιος, τέταρτη φορά σήμερα ???
Ξεχνάω ρε παιδιά... ΞΕΧΝΑΩ !!!!

Στο φανάρι σταματά μια BMW 735


και την πλησιάζει κουτσαίνοντας ένας ζητιάνος με λερωμένα σκισμένα ρούχα, ξυπόλυτος, αξύριστος, φαλακρός, χωρίς μισά δόντια, ο οποίος απλώνει το χέρι:
Κύριε σας παρακαλώ δώστε μου λίγα λεπτά για να πάρω κάτι να φάω.....
Ο οδηγός τον κοιτάζει με ξαφνιασμένο βλέμμα, και του λέει:
Αν θα σου δώσω 50 ευρώ, πες μου την αλήθεια, θα τα ξοδέψεις σε ποτά και τσιγάρα;
Μα τι λέτε κύριε, είμαι 48 χρονών και ποτέ δεν κάπνιζα, ούτε έπινα.
Καλά, αν θα σου δώσω 100 ευρώ, θα πας σε μπουρδέλο έ; και θα τα δώσεις όλα στις πουτάνες, έτσι δεν είναι;
Μα τι λέτε κύριε, είμαι 48 χρονών, είκοσι χρόνια παντρεμένος με 2 παιδιά, και ποτέ δεν πήγα με άλλη γυναίκα.
Τότε άκου τι θα κάνουμε. Θα σε πάω στο σπίτι μου, και θα πω στη γυναίκα μου να μας σερβίρει ένα πλούσιο τραπέζι και στο τέλος θα σου δώσω και 200 ευρώ. Συμφωνείς;

Μα τι λέτε κύριε, είμαι 48 χρονών, είκοσι χρόνια παντρεμένος με 2 παιδιά, και ποτέ δεν πήγα με άλλη γυναίκα.
Τότε άκου τι θα κάνουμε. Θα σε πάω στο σπίτι μου, και θα πω στη γυναίκα μου να μας σερβίρει ένα πλούσιο τραπέζι και στο τέλος θα σου δώσω και 200 ευρώ. Συμφωνείς;
Μα κύριε ντρέπομαι, κοιτάξτε τα χάλια μου, τι θα πει η κυρία σας;
Χέστηκα για το τι θα πει η βλαμμένη.

Εγώ θέλω να δει πως καταλήγουν οι άντρες που δεν καπνίζουν, δεν πίνουν, και δεν πάνε με πο*τάνες...

Δύο τύποι πίνουν καφέ απ' έξω από μια εκκλησία.

Τελειώνει η λειτουργία και ο παπάς περνάει έξω από το καφενείο κουτσαίνοντας. 
Ο ένας από τους δύο: 
- Παπά έλα να σε κεράσουμε καφέ. 
- Δεν μπορώ τέκνο μου, για τί έπεσα και χτύπησα στο μπιντέ και δεν μπορώ να κάτσω. Μια άλλη φορά ευχαριστώ. 
- Στο καλό να πας παπά. 
Φεύγοντας ο τύπος ρωτάει τον φίλο του: 
- Ρε συ, τι είναι ο μπιντές; 
Και ο φίλος του: 
- Ξέρω 'γω μωρέ μ@@@@α, 40 χρόνια έχω να πάω στην εκκλησία.