Ζούσε κάποτε ένας γέρος γεωργός που δούλευε στα χωράφια του για πολλά χρόνια.


Μια μέρα το άλογό του το έσκασε !
Οι γείτονες έτρεξαν τότε να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους αφού χωρίς άλογο η εργασία του γεωργού θα γινόταν με δυσκολία.
"Πολύ κακή τύχη" έλεγαν με συμπάθεια.
"Θα δούμε" απαντούσε ο γεωργός...
Την επόμενη μέρα το άλογο γύρισε κι έφερε μαζί του τρία ακόμη άγρια άλογα. "Τι καλοτυχία!" είπαν τότε οι γείτονες.
"Θα δούμε" απάντησε ο γεωργός...
Μια μέρα αργότερα, ο γιος του γεωργού δοκίμασε να δαμάσει ένα από τα άγρια άλογα και πέφτοντας έσπασε το πόδι του.
Οι γείτονας ήρθαν ξανά να εκφράσουν τη συμπόνια τους:
"Άτυχος στάθηκε ο γιος σου" έλεγαν με γνήσια πικρία.
"Θα δούμε" απαντούσε ο γεωργός...
Ξημερώνοντας η επόμενη μέρα, στρατιωτικοί αξιωματούχοι ήρθαν στο χωριό να στρατολογήσουν νέα παληκάρια για τον επικείμενο πόλεμο που επρόκειτο να ξεσπάσει. Βλέποντας το σπασμένο πόδι του γιου του γεωργού, τον προσπέρασαν και δεν τον πήραν μαζί τους.
Οι γείτονες σχολίασαν με στόμφο την καλοτυχία του παιδιού και την τροπή που είχε πάρει το ατύχημά του.
Και ο γεωργός απάντησε:
"Θα δούμε..."